The Greek Library Author

Aeschylus

Χοηφóρoι

Episode 2

Title variantsΧοηφóρoι · Choephoroe · Libation Bearers · Choéphores · Choephores · Χοηφόροι

Author namesEschyle · Æschyle · Aeschylus · Aischylos · Αισχυλος

Scientific editors
Arthur Sidgwick
Edition reference
Aeschyli Tragoediae · Oxford · Clarendon Press · 1902
CTS identifier
urn:cts:greekLit:tlg0085.tlg006.local001
Corpus release
2.3.0 · 2026-08-31
Digital source
View source ↗

Episode 2

ὈΡΕΣΤΗΣ

1Ἑρμῆ χθόνιε, πατρῷ᾽ ἐποπτεύων κράτη,

2σωτὴρ γενοῦ μοι ξύμμαχός τ᾽ αἰτουμένῳ:

3ἥκω γὰρ ἐς γῆν τήνδε καὶ κατέρχομαι.

4τύμβου δ᾽ ἐπ᾽ ὄχθῳ τῷδε κηρύσσω πατρὶ

5κλύειν, ἀκοῦσαι . . .

6. . . πλόκαμον Ἰνάχῳ θρεπτήριον.

7τὸν δεύτερον δὲ τόνδε πενθητήριον

8οὐ γὰρ παρὼν ᾤμωξα σόν, πάτερ, μόρον

9οὐδ᾽ ἐξέτεινα χεῖρ᾽ ἐπ᾽ ἐκφορᾷ νεκροῦ.

10<ἔα.> τί χρῆμα λεύσσω; τίς ποθ᾽ ἥδ᾽ ὁμήγυρις

11στείχει γυναικῶν φάρεσιν μελαγχίμοις

12πρέπουσα; ποίᾳ ξυμφορᾷ προσεικάσω;

13πότερα δόμοισι πῆμα προσκυρεῖ νέον;

14ἢ πατρὶ τὠμῷ τάσδ᾽ ἐπεικάσας τύχω

15χοὰς φερούσας νερτέροις μειλίγματα;

16οὐδέν ποτ᾽ ἄλλο: καὶ γὰρ Ἠλέκτραν δοκῶ

17στείχειν ἀδελφὴν τὴν ἐμὴν πένθει λυγρῷ

18πρέπουσαν. ὦ Ζεῦ, δός με τείσασθαι μόρον

19πατρός, γενοῦ δὲ σύμμαχος θέλων ἐμοί.

20Πυλάδη, σταθῶμεν ἐκποδών, ὡς ἂν σαφῶς

21μάθω γυναικῶν ἥτις ἥδε προστροπή.